Μεσάνυχτα περασμένα με κρύο «πειρουνάτο» να σε κεντά, όλα έξω ήσαν άφωτα, γαλαζόσταχτα μέσα στην ομίχλη που από νωρίς το βράδυ είχε τυλίξει τα σοκάκια. Ήθελε ακόμη πολλές ώρες να χαράξει, έριξα τα μάτια μου στον ουρανό, τον αστρονόμισα και πρόβλεψα ότι η μέρα που θα ερχότανε, θάτανε καθαρή και ασυννέφιαστη, με τις αχτίνες του ήλιου, λόγω χειμώνα λοξές και μακρινές, να υπόσχονται μια νέα ημέρα του Θεού, όμορφη στα βουνά κυνηγώντας.
Οι ξερολιθιές, τα πουρνάρια, τα παλιούρια στα περδικοτόπια του Βερμίου, όπως και τα λαγοβούνια με τα κρεμαστά πλάγια, στα φουσκωτά χαμηλά κέδρα να γιατακιάζει ο λαγός, με ντορούς φρέσκους, κοντινούς, πρωινούς και οι πεθυμιές του νου να στεριώνουν για εντυπωσιακά κυνήγια, με μερακλίδικες ιχνηλασίες, ξεφωλιάσματα και πολύωρες διώξεις με βεργολύγερα, σβέλτα περήφανα σκυλιά. Κυνήγια όμορφα ποιοτικά, αλλά και αποτελεσματικά με απαιτήσεις σε αντανακλαστικά ακαριαία σχεδόν. Όπου σκέψης και άμεση βολή, όπου ίχνος παλμού σκέψης να μετατρέπεται σε μηχανισμό πυροδότησης.
Σκοπευμένες ντουφεκιές, με ανάκρουση μικρή, λόγω αυλού της κάνης, και η κεφαλή του κλείστρου περιστρεφόμενη, να κλειδώνει μπροστά στη γεμάτη πάλι θαλάμη του όπλου διπλά, με μισή σπαστή στροφή, όταν ο κρότος από τις δύο πρώτες ντουφεκιές μόλις χανόνταν…
Κουραστικό το ανέβασμα λοξό το βάδισμα στην πλαγιά, όχι κατακόρυφο, για να μένει μια ανάσα απόθεμα στα πνευμόνια. Κι ο αέρας ο πρωινός ξέκοβε τη δύναμή του και πετούσε ελαφρύς και δεν σφύριζε. Η φύση αποκαμωμένη από τον νυχτερινό της αγώνα γλάρωσε με τη μακαριότητα που τη χαρακτηρίζει κι απολάμβανε το ήσυχο ξημέρωμα με τις θαμπές ώρες του πρωινού. Οι πρώτες κλωστίτσες του ήλιου, μικρές χαρακιές φωτός, ποδιαφωτίσανε γύρω τα κέδρινα αραιά θάμνα, με τις ξαφνιασμένες πάχνες επάνω τους, να παίρνουν δρόμο βιαστικές και να γίνονται αχνιστά ανάερα δρολάπια, που σε κάθε αστρόφεγγη νύχτα με επιμέλεια ντύνουν και την ημέρα με τις θερμές αναλαμπές της σχιστόπετρας, γδύνουν το βουνό.
Το πρωινό ημίφως αντιστεκότανε ακόμη στο φως και πάλευε. Η πρώτη πετροπέρδικα αναστέναξε, μετά κακάρισε και το μεταλλικό της κελάηδημα έγινε αφορμή να ξεσπάσει από γύρω ένα πανδαιμόνιο μικρών σπαστών φωνών, ένα χαχάρισμα τελικά, και η χαρά κύλησε από τις νυχτωμένες ακόμη φυλλωσιές των κέδρων, μέσα στις μυρωδιές του βουνού από θυμάρι και φλισκούνι και την ανατολή του ήλιου…
Στο μονοπάτι μπροστά μου ξεχώρισαν οι δύο πρώτοι «κότσοι» αρσενικά γκεσέμια και πίσω τους κοπαδιαστό σε γραμμή, ακολουθούσαν οι θηλυκές με τις πουλάδες, φρέσκα περδικόπουλα. Τα γκιζερούσαν οι οδηγοί τους, από τα περδικομονοπάτια, για τις χωμάτινες «κοπάνες» τις αφράτες «κυλίστρες».
Μπροστά στο ακρορύνιο του σκύλου μου οι αναθυμιάσεις της σάρκας του θηράματος τον σταματήσανε. Φέρμαρε κοκαλωμένος, ακίνητος με το βλέμμα να «αστράφτει» προς την πηγή της αναθυμίασης…
Κι άρχισε το παιχνίδι μεταξύ τους. Οι πέρδικες χαμηλωμένες να κοταρίζουν κι ο σκύλος μου να σέρνεται φερμάροντας τα πουλιά… Περίμενε την εντολή μου. Κι όταν αυτή δόθηκε, η BREDA ψήλωσε, τρεμόπαιξε στο μάτι η κάνη, ίσιαξε κι άρχισε να βήχει ξερά… Εκπαιδευμένο θηραματοφόρο το σκυλί μου, τέσσερις φορές ήρθε με γεμάτο το στόμα.
Απέναντι στις πυκνές οξιές, που χρύσιζαν από τις ακτίνες του ήλιου, «πλακώσανε» μερικές πέρδικες. Μάγουλο φιλημένο που κοκκίνισε έμοιαζε η πλαγιά κι ήταν ήρεμη και τόσο αθώα, που το κομμάτι αυτής της πλαγιάς, νόμιζε ότι ξεκόλλησε από κάποια παραδείσια περιοχή και στήθηκε εδώ μπροστά… Ο σκύλος μου, μακριά ξαναφέρμαρε. Νευρικός σήκωσε τα ξεκομμένα, από το μεγάλο κοπάδι πουλιά, κι αυτά γοργοφτέρουγα, δυνατά στο ξεπέταγμά τους, πολύβουα, ζήτησαν προστασία στη φυγή, στην απότομη κατωφερική πλαγιά, στη μεγάλη κλίση… Το όπλο επώμισε, ήρθε η ακίδα σκόπευσης στο μάτι, αλλά χάθηκε «η στιγμή» και οι πέρδικες μακριά πια, στα ριζά της πλαγιάς, στίγματα κινούμενα, ζυγαριασμένες, με τα φτερά τους FLAPS, φρέναραν ψάχνοντας πυκνούρα να κρυφτούν.
Κονάκι μου το βουνό, στις σχόλες και τις Κυριακές, μ’ έμαθε να ζω λεύτερος, χωρίς να κουτσουρεύω ψυχή και σώμα, αλλά μαζί εναρμονισμένα να πορεύονται και να μετατρέπουν την ελπίδα στο νου, βεβαιότητα στη γη. Όπως ακριβώς το μαυλιστικό κυνήγι με την αβεβαιότητα, αν θα συναντήσεις το θήραμα, κι όταν το συναντούσες το καρδιοχτύπι της επιτυχίας ήταν σαν τον έρωτα. Απόλυτη εξάρτυση και των δύο, από τη δική σου γοητεία το πρώτο και στην κυνηγετική σου ικανότητα, το δεύτερο.
Θόρυβος και βήματα που πατούσανε σε μικρά πετρόβολα του μονοπατιού, ακούστηκαν. Ένας βιαστικός χαλικισμός, λίγες δρασκελιές μονάχα, και φάνηκε εμπρός μου το ζευγάρι των κυνηγών.
Ήταν φίλοι μου, ανδρόγυνο, λιγνομεσάτοι, χαρούμενοι, φωτινά πρόσωπα όμορφα, που μαργαριτώνονταν με στάλες ιδρώτα, από τον σκληρό κοπιώδη ανήφορο της πλαγιάς. Πρωτοπόροι για τότε, ανδρόγυνο κυνηγοί, κανονικά με άδειες κυνηγιού και οπλοφορίας, πιάνανε τις βουνίσιες ρούγες, όταν ακόμη αγρυπνούσε ο Αυγερινός και τσιτώνονταν οι πέρδικες. Κι όταν τα βουνά ρόδιζαν στις πρώτες αχτίδες του ήλιου, οι «μπηχτές» ντουφεκιές της όμορφης τρίσφαιρης καραμπίνας “SKODA” στα χέρια του Διονύση, άφηναν τα πουπουλένια σημάδια στην πλαγιά, με πετυχημένες βολές και γέμιζε η τσάντα… Προλάβαινε και το ασημί «ZIGLINAS» όπλο, στα χέρια της γυναίκας του Πόπης, να καπνίσει. Κι ο αχνός της κάνης έκανε μικρές τουλίπες στον ήλιο, αλληλοδιάδοχοι μικροί κρίκοι τελειωμένοι…
Εκεί στις ερημιές των βουνών ένιωθα μόνος, αλλά ήρεμος, κι ένας βαρύς όγκος, ο μάνταλος, μια χοντρή μπάρα, έπεφτε πίσω μου, έκλεινε την πόρτα και κανένας δεν μπορούσε να χωρέσει στη μοναξιά μου. Ακόμη και τη ξαφνική βουνίσια βροχή την έβρισκα καλοδεχούμενη, βρεχόμουνα, αλλά την άκουγα έξω από μένα, τ ην άκουγα ίσως μόνον να πέφτει πάνω στα δρύινα φύλλα και στις πλατύσκιες οξιές. Άλλες φορές, η βροχή ήταν σιγανή-σιγανή, ποτιστική, κι ο ουρανός είχε κατέβει χαμηλά, ακουμπούσε το πρόσωπο της γης και το φιλούσε δακρυσμένα… Το τριμμένο ξερόχωμα του βουνού βρεχότανε αθόρυβα, τα μόριά του πυκνώνανε, συνετίθεντο, γίνονταν σώμα και οι φυραμένες φλέβες, οι στεγνές και ξηρές, άρχιζαν να πάλλουν μέσα στη χωμάτινη σάρκα, κι αυτή να μαλακώνει και να γίνεται ζύμη λάσπης, που μετουσιωμένη από το Θεό κατέληγε, άλλαζε σε μήτρα ζωής, που έδενε τον σπόρο, του φύτριζε μετά τον άνθιζε και τον κ άρπιζε, κι η ζωή αλάργαρε κι η ομορφιά αλάργαρε και το φως αλάργαρε κι όλα μαζί αυτά, ψαχούλευαν το Θεό, στη γη…
Μπροστά από το κοπάδι προπορευότανε η μυρωδιά του. Ο αέρας βαρύς, κουδουνάτος, μύριζε μαντρί. Μπαμπακένιες τουλίπες τα πρόβατα, σελάγιζαν την πλαγιά που ανέβαινα. Κράτησα το σκυλί μου, σταυρώθηκα στο μονοπάτι, με τον τράγο του κοπαδιού. Μόλις που μ’ ένιωσε δίπλα του ο περήφανος μπροστάρης, ο γκεσέμης, ο μπροσταρότραγος. Όλος δύναμη, έφερνε την αφεντιά του κορφάτη, και το κοπάδι του ακολουθούσε μ’ εμπιστοσύνη σμιγμένο κι όχι κροσσάτο κι απλωτό. Σήκωνε το βαρύ κεφάλι του και ξεμασκάλιζε διαλεχτά νεοκλάδια πουρναριού, ακονίζοντας πλαγιαστά τις μασέλες του. Κι οι προβάτες, αναγαλλιάζανε, με ρουθούνια υγρά, στην καυτή ζεστή πεθυμιά που λίγωνε τις κοιλιές τους. Περίμεναν τη σειρά τους, ήταν η τραγίσια ανάσα του, που τις μέρευε, τις αλάφρωνε βουβά, τις ετοίμαζε για να ξεριζώσουν τα σπλάχνα τους, σε συνέχεια της ζωής… Πίσω στο μαντρί ξεχασμένα τα ξεπεσμένα γκεσέμια, όλο παλιά πλέμπα και χάλι, γεμάτα «συντριβή» με μυαλά και σπλάχνα όπως τα θέλουν τα γεράματα, αδειανά, περίμεναν το μακελάρη τους. Φτηνοκρέατα δηλαδή…
Αθώρητες ακόμη κορφές βουνών μπροστά μου. Κάπου-κάπου σε ξανοίγματα του καιρού, με τη βιαστική βουνίσια άσπρη αντάρα, να αλλάζει θέση και σχήμα, σα ρούχο, πλούσιας γκαρνταρόμπας, αφόρετης κι αδοκίμαστης πρόβας σε ατελιέ, τις ξεδιάλυνα…
Και στην αργή επιστροφή, την κουρασμένη το ίδιο περήφανα με περίμεναν στα ριζά τους, τα βουνά. Όμορφα με μυστήρια δάση, καταπράσινα, τυφλές, πιεσμένες δυνάμεις πορολίθαρα μέσα στο χώρο και στο αιώνιο χρόνο, που τον υλοποιούν το μάτι και το φως, προκλητικά αστόχαστα, απροσκύνητα, άναρχα, ακατατοίκητα, ασυμβίβαστα στιβαρά, πέτρινες μορφές, έρωτες λευτεριάς…
Τα ’βλεπα και τα ’νιωθα να στέκονται γιγάντια μόνα, ανεξάρτητα στημένα εκλεκτικά άνετα, χωρίς η εκλεκτική άνετη ανεξαρτησία τους να δεσμεύει τη φύση. Να είναι λεύτερες δυνάμεις έξω από τη λίγουρη σκλαβιά της λευτεριάς, μουραγίσια ξέμπαρκα καΐκια πολυπλάνητα, χωρίς έρμα και καρίνα, σε κορυφές κυμάτων αιωρούμενα λυτρωτικά, λυτρωμένα από τα δεσμά της λύτρωσης… Και τα κοσμικά βάθη του ουρανού τα απέραντα, λεύτερα από τα όρια της απεραντοσύνης…
Εξωπραγματικά μονοπάτια, μακριά από το λογικό και πού κοντά στην παραφροσύνη, με όμοιους φλεγόμενους στοχασμούς, ισκιόμαχες αστραπές, νοητικές περιπλανήσεις και αγωνίες, στήνουν, ψηλώνουν και πυργώνουν τειχιά και καμάρες. Δοξαροτές καμάρινες προσδοκίες και όνειρα, σε ανυπόταχτες ανθρώπινες ψυχές, μέσα σε άδειο αέρα, λεύτερες χωρίς οδηγό, χωρίς Μαήσιο ασφαλή τριγωνοσούρτη, για να ορίσουν τ’ άφταστα, τα μέχρι εδώ ή εκεί…
Πισωγύρισαν, ανεπετάρισαν έντρομοι, κι άρχισαν να συμμαζεύονται, γρήγορα, δειλοί στοχασμοί, στα ασφαλή σύνορα του ανθρώπινου μυαλού και νου, σε ορατό κόσμο προσιτό, αφήνοντας τον ξεστρατισμένο και λάθος, πίσω…
Γαλήνεψε η καρδιά, την ηρέμισε το γλυκό σκηνικό με την ημαθιώτικη πεδιάδα που ξεχώριζε χαμηλά και τον έναστρο ουρανό, που σαν χιλιαμάτης νυχτερινός στρατοκόπος λόξιζε, και αναμέριζε το κακό συναπάντημα, με τον βράχο του πυραμιδωτό και το μεγάλο πυρετό του Εγκατίν…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου