Μέσα του Μάρτη, κι ‘ο Στέλιος κάνει πάλι ακράνυχα την εμφάνισή του στα στέκια του τα παλιά. Η παραμονή του στο νοσοκομείο, τον στήλωσε, τον συνέφερε, ήρθε το χρώμα του, τον καμαρώναμε και ελπίζαμε ότι και πάλι θα καρπίσει σύντομα.
Ξεχώριζε το μολύβι- στυλό στο τσεπάκι του ψηλά αριστερά και τα τετράγωνα μικρά χαρτάκια έγχρωμα, κορφάτα μισοκολλημένα, έτοιμες εφεδρείες περίμεναν την έμπνευση ,την στιγμή, την ώρα που η φλούδα της καρδιάς του θα έτριζε και θ’ άρχιζε να σημειώνει – γράφει βιαστικά, νηματώνοντας και λογχίζοντας , με το καρφί της πέννας του , τις ομορφιές της Βέροιας, της παρέας, του βουνού, τις αγριοροδωνιές, των πουλιών, της κρυφής πηγής του νου για περιπλάνησες όλο μυστήριο, σ έναν πιο ελαφρό και ελεύθερο αέρα.
Έτσι λοιπόν, εκείνο το Κυριακάτικο μεσημέρι, τα ήσυχα νερά πάλι κουνήθηκαν… Το μεταβρασμένο τσίπουρο της ταβέρνας του «Σκύλου » γέμισε τον αέρα , και σαν συναξάρι ευχών , μύρωσε τα ποτήρια και
τ’ άκανε κρατήρες Βακχικούς και μαζί με το μοσχοκάρφι και το μπαχάρι , στη βρασμένη γιδίσια σπάλα, ανακατεμένα στα χνώτα της ταβέρνας, κορφομύτιζαν και κορφοπετούσαν οσμές της ανατολής και του Μαρουσιώτικου λόγγου.
Έλαμπε και άχνιζε ο κόσμος. Το ουρανικό νερό περί την 12η π.μ. στη ώρα του, λάφρυνε και λευτέρωσε το μυαλό του Στέλιου, κι’ είχανε ταξιδέψει μακριά οι δεκαεφτασύλλαβοι, και της Μαρούσιας οι φορτωμένες αγκαλιές με λοιμώνες, πλάγιές πράσινες, ασώπαστα πουλιά και κούκους να κρύβονται βαθιά μες τις οξιάς το λόγγο.
Στην ψάθινη καρέκλα , ακουμπώντας το πόδι του με το φινετσάτο σκαρπίνι και τη λευκή κάλτσα, ξήλωνε, κηρύττοντας τις συστάσεις των γιατρών για αποχή από το πιοτό, ελαφρά τσεβδίζοντας , τραγικός στο πάθος του: Πάρτε δρόμο, φύγετε όλοι εσείς, όπου σας αρέσει. Εσείς οι λάτρεις του νερού οι σεμνοί και οι μη πότες. Δική μου η ημέρα. Όπως θέλω εγώ θα ξοδέψω της Κυριακής τα μεσημέρια. Εδώ μένει και συγκατοικεί ο αγνός Βάκχος, με βουκόλο χορευτή τον Σάτυρο τον διπλομάγουλο και χαμοκοίλη, σταυραδέρφι με τον λάγνο Σειληνό γιο του Πάνα με την ορθόστητη ουρά. Μόνον οι πιστοί να προσέλθουν και στη μακαριά ο οίνος να ρεύσει άφθονος.
Και έτσι έγινε μετά. Όλα πήρανε τη ρούγα τους. Αναπόφευκτος ο μοιραίος δρόμος, κύλησε ομαλά ως το τέλος. Ως το σβήσιμο της γραπτής Βεροιώτικης λαλιάς.
Μεγάλη και γνήσια Βεροιώτικη είχε ψυχή ο Στέλιος. Δεν την άφησε να μείνει και να γίνει ένα αόρατο είδωλο και αέρας. Μπόρεσε να συγκεράσει ψυχή και σώμα. Έδωσε η ψυχή στο σώμα , έδωσε και το σώμα στην ψυχή, μπόρεσαν και τα δυο μαζί να φιλιώσουν, να ζήσουν και να δημιουργήσουν
τον άφατο λυρισμό της πένα του, για ότι λέμε ζωή της Βέροιας παλιάς και νέας.
Τα άστρα που χύθηκαν, ξαφνικές Περσίδες, και κύλησαν σαν δάκρυα στα μάγουλα μιας νύχτας, ήταν οι φωτεινές σημαδούρες, στο απάντημα για στάση με την ψυχή του. Μα ο Στέλιος δεν έμεινε εκεί, συνέχισε πιο πέρα.
Μαρουσιώτικος Λόγγος : περιοχή της ορεινής Βέροιας.
Σημείωση του Ημαθίωνα
Το παραπάνω πόνημα του Δημήτρη Κλήμη, πρωτοδημοσιεύεται στην εφημερίδα μας και αφορά τον Βεροιώτη λογοτέχνη Στέλιο Σβαρνόπουλο. Στην Βιβλιοπαρουσίαση του Βιβλίου του Γιώργου Τσαλέρα « Στον καιρό των Καταιγίδων » που έγινε τον Ιούλιο 2009, όπου ο ένας εκ των δύο μυθιστορηματικών ηρώων ήταν ο Στέλιος Σβαρνόπουλος , έγραφε για εκείνον, ο Δημήτρης Κλήμης : « Τον πρώτο , τον θυμάμαι έντονα ακόμη : Λάτρης και οπαδός του Βάκχου, καθημερινά έθυε σ’ αυτόν, από γυάλινους κρατήρες, σε γραφικούς ονομαστούς ναούς παρόδων ».
Επιμέλεια : Κλήμης Όμηρος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου