Ο ήλιος
κατέβηκε χαμηλά, έγειρε. Ο αέρας δρόσισε, όπως το λιανοσούρουπο, τον κατέβαζε
φρέσκο από το βουνό, κι άφηνε τη δροσιά του στα χώματα. Τα νότιζε και η γης
μύριζε αποβροχάρα, μέσα στην πάρωρη ημέρα που τελείωνε.
Τα καματερά υπομονετικά, απόσωναν το μερομόχτι
τους, με όργωμα του τελευταίου υπόλοιπου χωράφι και τόκαναν νιάμα. Το υνί
βυθισμένου βαθιά, άφηνε φαρδιά γραμμή, ξεπατώνοντας το χώμα, που αναποδογύριζε,
με παχιά σκουλήκια πάνω του, κι όλο η βουκέντρα νημάτιζε τα ζωντανά να σκύβουν
σέρνοντας τον ζυγό, χωρίς αντίλογο.
Τρία - τέσσερα πανύψηλα καραγάτσια μακραγναντεύονταν
στο βάθος του κάμπου με ασημί κυματισμούς, κι
άσπροι κώνοι από τσαντίρια πολλά, που μερικά κάπνιζαν με μονόστηλες
σειρές καπνού, ανακάτευαν τον ορίζοντα με αντανακλάσεις του σύλογγου ουρανού.
Ο Ραζ πλησίασε τα τσαντίρια. Πόσους θα’ βρισκε από τους παλιούς δικούς του
φίλους, δεν ήξερε. Έλειπε πολλά χρόνια .
Έπρεπε τότε να λείψει, να χαθεί. Είχε
φυγαδευτεί από τη μάνα του, τη Ράλα, στη
Γερμανική κατοχή, θεοσκότεινα μέσα στη νύχτα, γιατί η φυλή του δεν θα
συγχωρούσε ποτέ το φέρσιμό του και την κατάδοση ομοφύλων του , στους Ναζί.
Ομολόγησε όταν υπέκυψε στα βασανιστήριά
τους, κι όταν κατέδωσε πρόσωπα, πολλούς πήρε ο χάρος, μετά στα στρατόπεδά τους
, στη Γερμανία.
Δεν μπήκε στο χωριό. Κρύφτηκε στο σύδεντρο μέσα στο λάκκωμα, στα
«πενήντα δέντρα», όπως το λέγανε. Εδώ νέος έκανε τις τρέλες του κι όταν τα νιάτα καβαλήσανε πια το χρόνο,
μέστωσαν κι ωρίμασε ο καιρός , εδώ άρχισε
το ερωτικό κρυφολείτουργο με τις γενετήσιες καταιγίδες της νιότης του,
όταν καταπάλευε τον όργο της όμορφης
Μάγιας, της αγαπημένης του.
Ξαναβρήκε και ξαναείδε το μέρος. Δεν άλλαξε
ούτε το μικρό λακκάκι, όπου της παρθενιάς της το αίμα , έβαψε τ’ αντρογόνατά
του , κι ο κόρφος της, ο κόσμος όλος, ο πλούτος όλος, είχε αρχίσει να φουντώνει
από ζωή.
Έγειρε, άπλωσε την παλάμη κάτω από το μάγουλό
του και κοιμήθηκε. Τον πολυκάντηλο ουρανό την νύχτα, μαζί με τ΄ αστέρια του, να
καίγονται και να κουνιούνται, με τον
αέρα να συμπαίνει στη φωτιά τους, ξυπνώντας δυό τρείς φορές αντίκρισαν τα μάτια
του, μα πάλι τα βλέφαρά του ύπνωσαν βαριά.
Πρωί και ο χώρος των Ρομά , ξύπνησε. Οι φωνές τους ανηφορίζουν, γεμίζει ο
κόσμος ανθρωποφωνοκόπι και μια περίσσια ζωχλαλοή αγκαλιάζει τα τσαντίρια και
τον Μαρτιάτικο φουσκοδένδρη αέρα. Φρέσκα φτασμένα τα χελιδόνια τα λίχνιζε ο ζεστός νοτιάς, αυτός ο αγωγιάτης
της Αφρικής και της Μεσογείου.
Γυροκοίταξε ο Ραζ ο τσιγγάνος, γέμισε το
βλέφαρό του, τσαντίρια και ψηλό χορτάρι,
που στο λίγο αέρα χαμοτρικύμιζε. Σκυλιά γαύγιζαν και χωράφια, ζώα, γυναίκες, παιδιά ,
μποστάνια, όλα αυτά ήτανε της φάρας του. Αρχοντοφάρα η φυλή του , με μάνα του
τη Ράλα τη λαγωνιάρα και καλόγεννη , την ανοιχτοστήθα που έδενε και έδινε σε κάθε γέννα κορφάτο ανθό. Χανότανε οι ρίζες
της γενιάς του , στο χρόνο, που ξόρκιζε
από πάνω του τις λασπορίζες της ράτσας του, τις ξέχωνε τις έπλυνε κι άφηνε αίμα βασιλικό στις φλέβες,
κι όλο το λέχος του ξεπλένονταν μαζί και τα σκούρα ανθρωποσόγια των τσιγγάνων.
Όταν πάτησε τα είκοσι του χρόνια, κι η φωνή
του χόντρυνε, η μάνα του η Ράλα τον καλοκοίταξε, τον καλομάτιασε, είδε το γερό
του κορμί και σκέφτηκε. Η ώρα του καλή,
θα ζήσει. Έχει γερά γόνατα, στέρεα. Σύντομα θα νεφρώσει και η σπορά του θα
γεννοσπορίσει, θα δώσει πολλά παιδιά. Με τη Μάγια, μέση με μέση θα πιαστούν, θα
σμίξουν και με το φιλί τους θα ρίξουν ρίζες σε γλυκούς ανθούς. Κι έγινε
βαρβάτος άνδρας.
Η
μακρόχρονη απουσία από τα τσαντίρια της φυλής του, έγινε αιτία να κάνει μακριά
ταξίδια, να γνωρίσει θάλασσες και στεριές, και σήμερα τα βαθιά του μαύρα μάτια,
να επιβεβαιώνουν τις γυναίκες που γνώρισε. Ήταν λευκές, άσπρες σαν τα χιόνια,
ήταν γκέισες κίτρινες λοξομάτες, ήταν μαύρες με θολούς βολβούς, σε στρογγυλές
λαμπήθρες, αλλά και ρούσες αραποσιτένιες, σαν το σίτινο 1 ψωμί από ασίτινο 2
αλεύρι του νερόμυλου. Τα ψαρά του μαλλιά ποταμίζαν στις πλάτες του. Ήτανε
κατσαρά, αχτένιστα, φυκιασμένα…
Τον καλωσόρισαν όταν μεσημέριασε και πλησίασε
τη μεγάλη φωτιά. Χαμήλωσε να πιει κρασί μαζί τους. Πεινούσε όπως και οι άλλοι,
μα κανείς τους δεν απλοχέρισε, ούτε γλώσσιασε, εμπρός στα αχνιστά πιάτα με τα
κρέατα και τα βραστά ραδικόχορτα.
Περιμένανε και το σφαγάρι από το λάκκο να
ξεχώσουν, να το αναγδάρουν και με γυροβολιά το στρωμένο σοφρά να κυκλώσουν,
μοιράζοντας το τραγί και διαβάζοντας τη διάφανη κουτάλα του στο φως. Έπρεπε τα
απόκρυφα λωβά σημάδια, τα χαραγμένα σε σκιές να ξορκίσουν και τα άσχημα
μελλούμενα να αποτρέψουν, με αμολόγητα ξορκολόγια από τις γριές μαΐστρες της
φυλής του. Γέμισε ο χώρος γύρω του Ρομά, κουκούβισαν, άναψαν τσιγάρα,
μισόκλεισαν τα μάτια, αυτόν ψάχνανε, κι αμίλητοι άρχισαν να καπνίζουν.
Πιο πέρα ένα λιγνό κυπαρίσσι αργολύγιζε
ανάμεσα στις πέτρες κι ένα αόρατο γιδοκόπαδο, έστελνε ένα μόλις ανάλαφρο
κουδούνισμα στ’ αυτιά. Θηλυκό τοπίο, όλο τρυφεράδα με γυναίκες καρπερές, πάντα
ερωτευμένες, πάντα ερωτικές, με τους άνδρες τους.
Στολισμένες, άγριες ροδωνιές με ανάσες
γυναίκας και μαστίχας, δίνονται απόλυτες στον αγαπημένο τους, σαν ανανεούμενες
παρθένες, κάθε φορά. Δεν είναι γι’ αυτές η ζωή, το ανώτατο αγαθό, αλλά το
πάθος. Κρατούν μέσα τους για καιρό το θυμό ή την αγάπη, σωπαίνουν και ξάφνου
τις συνεπαίρνει ο δαίμονας του πάθους και ξεσπούν φρενιασμένες.
Μέσα τους πατωσιές πολλές τα σημάδια,
πολυχρονίτικα, ασύδοτα, ελεύθερες γδυμένες μνήμες, απροσδιόριστες, αόριστες,
στημένες στο κάποτε. Σ’ εκείνο το κάποτε που έπινε η ψυχή τους όρθια τον ήλιο
και η σκιά της ήτανε ο καρπός που δρόσιζε το σώμα.
Κι όταν αργά τη νύχτα νιώθουν, παρά άκουγαν τα
βήματά τους, έξω από τις σκηνές, να έρχονται, στριμώχνονταν μέσα στα
προσκεφάλια, χλωμές, περιμένοντας τον κύρη τους, τον άνδρα τους, και μετά δεν
κάτεχαν αν ήταν χαρά ή πόνος, μέσα στα σπλάχνα τους να θρονιάζεται, παρά μονάχα
βαθιά, δόξαζαν το θεό, που τις έκανε γυναίκες. Και μετά από τόσα χρόνια,
κρατούσαν στο μυχό του μυαλού τους, τη γλυκιά τρομάρα που πήρανε τη πρώτη νύχτα
με τον άνδρα τους.
Το συμβούλιο της φυλής, μέχρι το βράδυ τον
άκουγε. Και τον άκουσε σιωπηλό. Είπε πολλά, δικαιολογήθηκε, ότι ήτανε νέος,
ζήτησε συγνώμη. Μα τώρα με γεράματα, φορτωμένες οι πλάτες του, ας καταλάβαιναν
πολύ καλά, ότι κοντά ήτανε η κατηφόρια της γης, όπου θα χώνευε δίπλα στις ριζομάνες
από τα πανύψηλα κυπαρίσσια.
Περίμενε σκυφτός. Γερμένο το κεφάλι του με
σκέψεις που δεν έφερναν τη λύση στο πρόβλημα, της παραμονής του. Αδιέξοδο, όταν
φύσηξε το μυαλό του και τα στήθια πήραν φόρα για τ’ απάνω. Τα διδυμάρια μάτια
του αναχούλεψαν πιο βαθιά το νου,
συγκόρμιασαν με το παρελθόν κι όλα έγιναν τώρα φωτεινά. Θα πήγαινε με τη μοίρα
του, θα πήγαινε ήσυχα από πίσω της ολοζωής μέχρι να την αποτελέψει. Ποτάμι
είναι η μοίρα και πάει. Ποτάμι κι αυτός και η ζωή του. Αρκετές ημέρες
γυρογύριζε στα παλιά του λημέρια, όπου πέρασε τη νιότη του. Περίπατοι στην άκρη
της μεγάλης ποταμίσιας νεροφαγιάς, με τις κάτασπρες κροκάλες και το πυκνό
σγουρό πουρνάρι. Εδώ είναι το πατρικό του χώμα πυκνοκατοικημένο με τα ντόπια
πνεύματα, από τις παιδικές του θύμισες. Η επιστροφή του αυτή του ’δινε, μια
κρυφή ανατριχίλα, σα νάταν θανάτου πρόγεψη, που ανέβαινε από το δικό του μεγάλο
σπλάχνο, τη γη του.
Χαμογέλασε με πίκρα κι ατένισε τον κάμπο. Παχύ
το χορτάρι του, υψηλό, θα ’θελε μια ανάσα στα χόρτα αυτά να πάρει, λίγα λεπτά
μόνο… Ζήλεψε τη γη που χρόνια τώρα μπορεί να κοντοστέκεται και να
σιγομασουλίζει τα χιλιάδες χρόνια πίσω της και τα χιλιάδες χρόνια εμπρός της,
χωρίς να τη νοιάζει. Ο αέρας δρόσισε, μύρισε χωματίλα, κάπου θα ’χε βρέξει. Μια
αστραπή τρεμόπαιξε κι αμέσως μια άλλη…
Τ’ απόσκια πέσανε, η νύχτα πλάκωσε, σηκώσανε
πάλι φωτιές να φάνε. Κι όταν από ψηλά φάνηκαν τ’ άστρα, κι άναψαν τα
λαδοφάναρα, άρχισαν να ’ρχονται τα ψωμιά και ταψιά με κρέας κι οι μασέλες να
σαλεύουν πάνω κάτω από κοψίδια σουβλιστά. Το κρασί μέσα στις γυάλες άφριζε,
έκανε γιορτάνι στα λαιμιά τους με φουσκάλες. Ήταν παλιό και μπρούσικο κι αψύ.
Αψύς ήταν και ο ήχος από το τουμπελέκι, που εκείνη την ώρα αντιλάλησε, κι έδωσε
ήχο για σερτό χορό.
Βεργάτες, μισόγυμνες, σκούρες οι γυναίκες
κρατούν στα χέρια ντέφια και με τα δάχτυλά τους τουμπανούν, βγάζοντας ξερούς
ήχους από ξύλινα κρόταλα, τις καστανιέτες. Οι πατούσες με τα ποδοδάχτυλά τους
ξυπνούσαν το χώμα κι άρχισαν το χορό. Στη στιγμή αναφτέρωσαν τα κορμιά τους
τρέμοντας, τρικύμισαν οι κοιλιές τους, σπάθισαν οι ματιές τους και στις
αντιλαμπές της φωτιάς λάχνιζαν τα χνώτα τους και γέμισε η αυλή τους από
μυρωδιές ιδρωμένης μασχάλης.
Άρχισε να γαλακτώνει ο μαύρος ουρανός και τ’
αστέρια θολότρεμαν. Σηκώθηκε ο Ραζ να φύγει, έψαξε με τα μάτια του τα λίγα δικά
του πράγματα, τα είδε, πήγε να τα πάρει. Μα σαν έφτασε από πάνω τους, σκύβοντας
μετάνιωσε, ανάγειρε πάλι, κι έφυγε.
Ο δρόμος τώρα άσπριζε μακρύς, κι αυτός ένα
σημάδι μαύρο που σε κάθε βήμα του γίνονταν μεγαλύτερο, όπως πλησίαζε στη μεγάλη
συστάδα, στην πυκνούρα από δάφνες και μυρτιές χωμένες στη ρεματιά. Πιο μετά,
στα πρώτα νερά, τα πλατάνια ίσκιωναν και με το δροσάνεμο τους συντραβούσαν τα
λιμνασμένα νερά, τα κυματούσαν και απαλά τα μετασάλεβαν σιωπηλά.
Στη
“χωσιά” κρυμμένοι καλά, τρεις τον κονταγνάντεψαν. Ζυγιάστηκαν οι κάνες στο
μάτι, σιγάχνισαν στις παλάμες τους, ο νοτιάς μέστωσε, τους χάιδεψε από εμπρός
και οι τρεις σκαντάλες πέσανε μαζί σαν μία. Και οι τρεις βροντές σπατάλεψαν στο
στρόβιλο του αέρα τη βουή τους κι ακούστηκαν σαν μία.
Δέχτηκε κατάστηθα ο Ραζ τα βλήματα.
Ανατρίχιασε μέσα στην αστραπή, και τόσο λίγη του φάνηκε η ζωή του, όσο μια
στιγμή. Οι τρεις της μοίρας μαντατόροι, σκιές αράδιζαν, γλιστρούσαν όχτο στον
όχτο, πηδούσαν τα νερά. Καινούργιος ήλιος βγήκε…
Το
βούκινο της φυλής λύτρωσε και ξεμαντάλωσε τις καρδιές, από το άγος, τον πόνο
και τη σαπίλα.
1) σίτινο= σιταρένιο ψωμί
2) ασίτινο= ακοσκίνιστο αλεύρι,
πιτυρούχο.
Δημοσιεύθηκε Τετάρτη 26 Ιουνίου 2013 στο
2001 Φύλλο της Εφημ. ‘’
Βέροια’’
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου