Σε συνέχεια με όσα έγραψα, στο προηγούμενο θέμα μου, για το Αυγουστιάτικο πανηγύρι του Αγίου Αντωνίου, σχεδόν την ίδια, περίπου χρονικά εποχή, μέσα εκεί στην δεκαετία του 1950, στου μακρινούς, για τώρα, ροδώνες της νεότητας μου, σχεδόν έφηβος, ήμουν νέος, περίεργος, πλούσιος σε ιδέες και… νηστικός.
Ανήσυχος και ερευνητικός, έψαχνα, πάλευα και τελειωμό δεν είχα. Άυπνα νιάτα. Το θηρίο μέσα μου σωσμό δεν είχε…
Η Πλατωνική πενία και ο Πλατωνικός πόρος, ασίγαστα και σχεδόν τυραννικά, γεννούσαν μέσα μου τον έρωτα, που τα όνειρά του, σχεδόν πάντα, χτιζότανε πάνω σε βασανιστικές χίμαιρες, μάταιες ελπίδες, και γκρεμιζότανε μέσα σε καταρράκτες νυκτερινών λαμπερών άστρων. Η αναζήτηση ζούσε παράλληλα με την ελπίδα. Το ελπιδοφόρο αύριο, γινότανε κουραστικό και απροσδιόριστο χανόταν στον χρόνο μέσα..
Θυμάμαι: Ωραία νύχτα, νύχτα αγάπης.
Χαμογέλασε γλυκά στην μέθη της. Ανόητοι και απαλοί στίχοι από τα παραμύθια του Όφμαν. Προσωρινή ανάσα, μια θαλάσσια αύρα της Βαρκαρόλας του, ένα ατλάζι του πελάγου στην άκρη, που μου θύμιζε την απλωσιά της θάλασσας, τις καθαρές αμμουδιές της, απλωμένες ανάσκελα, την απέραντη, την άσωστη…τη χωρίς τέλος. Και γεννιότανε πάλι η ελπίδα από την αρχή.
Ο Λοχίας Κωστούλας, με τη απορία του, γιατί η κωλοφωτιά έχει το «φωσάκι» πίσω, ενώ πετά προς τα εμπρός, μου έφερνε τις πνοές των ανέμων από τη «ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ» του Στρατή Μυριβήλη και οι «Ραβδιστάδες» του και οι «Μαζώχτρες» στην πρωινή αχλή της Μυτιλήνης, μακρινές σκιές, ρόδινες σκιές, με ιριδισμούς σε απόσταση και χρόνο, να παρουσιάζουν το φαινόμενο Ντόπλερ. Να μακραίνουν και να μικραίνουν, για τους «Προσκυνητάδες της Λαγνείας».
Μετά, Σοπενάουερ, Μπέρξον, Καντ, και ο τρομερός Νίτσε από τον μεγάλο μας Καζαντζάκη. Ανάστατη η ψυχή μου…έτρεχα να κρυφτώ, χανόμουν. Ο Θεός είναι απόγονος και όχι πρόγονος του ανθρώπου, πέθανε ο Θεός και αιώνιος είναι ο θάνατός του, κήρυττε ο Νίτσε. Η Γέννηση της τραγωδίας, ο Αιώνιος Γυρισμός, ο Υπεράνθρωπος, η δεκάχρονη τρέλα του, το Μάτι του Θεού, και το ένα μάτι του Κοντούζωφ, που διέλυσε τον Κορσικανό μετά την μάχη του ποταμού Μπερεζίνα, μέσα στον Ρωσικό χειμώνα.
Και ο Άγιος να είναι εκεί, δίπλα μου, με τη μεγάλη του εκκλησιά, που τότε μύριζε τρυγημένη κερήθρα, μοσχομύριζε αγνό αγιασμένο κερί, και σήμερα απορρυπαντικά.
Στις μαγιάτικες, δροσερές Κυριακές, η φωνή του Παπά- Θανάση Κοντόπουλου, δυνατή γλυκιά σε μινόρε, σε μάγευε, και το Τέμπο του Πέτρου Καζινάρη στο Χερουβικό, άφηνε με τις ανάσες του, να ξεχωρίζει η φωνή του Αρχιμανδρίτη Κύριλλου Σοφτά, «εν τάφω σωματικώς, εν Άδου δε μετά ψυχής ο Θεός, εν Παραδείσω δε μετά ληστού, και εν θρόνω υπήρχες Χριστέ μετά Πατρός και Πνεύματος πάντα πληρών ο απερίγραπτος…».
Και πάλι ο Πέτρος Καζινάρης, μελωδικός, τέλειος γνώστης της Μουσικής Βυζαντινής Τέχνης, συνέχιζε το Χερουβικό, όταν «Ως Ζωηφόρος, ως Παραδείσου ωραιότερος όντος, και Παστάδος πάσης Βασιλικής, αναδέδειχτε λαμπρότερος Χριστέ ο Τάφος σου» συμπλήρωνε από το βάθος του Ναού, ο αρχιμ. Κύριλλος Σοφτάς .
Και το μυστήριο συνετελείτο. Νάτος ο Θεός μέσα από την Ελληνική Γλώσσα, την ικανή, την μοναδικά ικανή, που μπορεί να περνά από το ωραίο στο υπέροχο, με τις Δοτικές της και τις Κλητικές της…
Στην ευχή, την ύστατη ώρα, στο μένω δεν μένω, στο φεύγω δεν φεύγω, στο ζω ή τελειώνω, λίγο πριν τη μοιραία κορύφωση του τέλους, στο μυαλό μου, στη σκέψη μου να μένουν οι Δοτικές:
«Εδιψησε η ψυχή μου, ποσαπλώς σοι η σαρξ μου, εν γη ερήμω και αβάτω, και ανύδρω…»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου