Μέσα στις θάλασσες του μυαλού μου, χρόνια τώρα σέρνω, εωθινά και εσπερινούς, λιογέρματα και απόδειπνα, εξαντλητικά νυχτέρια και φωτερές ανατολές, συνεχή εικοσιτετράωρα, που μαζί την πρόοδο της Επιστήμης στα στοιχεία της ύλης και την πρόοδο στην έρευνα των συναισθημάτων και αισθημάτων της ψυχής ήσαν οι σύντροφοί μου, στην αναζήτηση για αλήθεια και φως.
Τα μελετούσα και μαζί τους ζητούσα παθιασμένα πάντα, να βρω και να πάρω τα στοιχεία εκείνα, που θα βοηθούσαν να καταλάβω , από πού άρχιζε, ξεκινούσε δηλαδή, το συναίσθημα της Νοσταλγίας, το πρώτο από όλα, που αλύπητα με βασάνιζε, από γεγονότα, καταστάσεις και πρόσωπα φευγάτα πίσω μου χρόνια πριν.
Πολλές φορές , όλα αυτά και καθένα ξέχωρα, παράλληλα με την λήθη στο χρόνο, που κλέβει τα χρόνια και τις αναμνήσεις μας αδυσώπητα, δημιουργούσαν ένα βουητό, ένα συνεχές κροτάλισμα του μυαλού, που σκέπαζε σαν θόλος και έπνιγε και έσβηνε τις δυνατές φωνές όλων των ανθρώπων, που μεταλλαγμένες τελικά, γίνονταν μουρμουρητά στη σιωπή…..
Εκεί μένανε μόνο, περίεργα ασάλευτα, τα βλέμματα από τα μάτια.. αυτή η θάλασσα των ματιών… που από την ενηλικίωση μου και μετά, με συνόδευαν γνωστά ή άγνωστα, φιλικά ή αδιάφορα στη ζωή μου, στους δρόμους της πόλης μου, Βέροιας.
Πρωί – βράδυ, πετούσανε το μαύρα πουλιά, κοπαδιαστά, αμέτρητα, σκεπάζοντας τον ουρανό, ο οποίος προς στιγμή βάρυνε στο φως, κι όταν παιχνιδίζοντας, χωρίζονταν σαν βεντάλιες, μισά από εδώ και μισά από εκεί, αυτός άνοιγε στη μέση, κι έμενε πάλι αδειανός, ένα ουράνιο χάος…
Όντας συνεπαρμένος από το φως, ταξίδευα στο κενό , νοιώθοντας πως όλα γίνονταν ένα, πάνω – κάτω , όλα πιέζονταν και συμπιέζονταν, μίκρυναν και σμίκρυναν χώρος και χρόνος μαζί , δρόμοι, σπίτια, νερά, δένδρα…κι ότι ακόμη ανάσαινα στη χώρα του ουρανού….στη Βέροια μόνος και γυμνός…
Πετροστρωμένοι οι δρόμοι της, και οι μικρούλες ανηφοριές με ακανόνιστα σκαλοπάτια, αλλά άνετα πλατύσκαλα τα ανεβοκατέβαινε εργατόκοσμος πρωί – απόγευμα των δύο εργοστασίων – νηματουργείων και στα ρουθούνια μου φώλιαζαν καπνοί τσιγάρων, όπως διασταυρώνονταν μαζί μου, το εργατομάνι, νοιώθοντας τις μυρωδιές από καπνά « μπασμάδες » μάρκας « Καπερνάρου » σε κουτί πακέτο ασπρογάλανο , των είκοσι σιγαρέτων.
Σε σχολές και αργίες με χειμωνιάτικο τοπίο, η Βέροια αργούσε να ξυπνήσει. Αναπαυότανε τυλιγμένη σε άσπρους ατμούς που αργά – αργά ανεβαίνανε από τον κάμπο, την σκέπαζαν, και εκεί που ξανοίγανε, ξετρύπωναν σκεπές κωνικές υψηλές ή ελαφρά κυρτωμένες, με το παλιό τούρκικο κεραμίδι σαν αυλάκι, σκεπασμένες και με τις καμινάδες να εξέχουν, καραβίσια φουγάρα, που βγάζανε έναν σκούρο ή γαλαζωπό καπνό, γεμάτο μακαριότητα και ειρήνη ή κι όταν το απαλό πρωινό αεράκι, που άρχιζε να φυσά κυματιστό, σερπετό, έδειχνε, τα φουγάρα να καπνίζουνε παλαβά άτακτα κι ο καπνός να σκορπά και να χάνεται, προτού καν υψωθεί σαν στήλη.
Αλλού πάλι, γυναίκες με την αρχοντική υπέροχη Βεροιώτικη φορεσιά, να βαδίζουν πολλές και όλες μαζί, μετά φαρδιά και άνετα πλούσια σε στολίδια φουστάνια, τις εκατοντάδες πιέτες καλοσιδερωμένες πάνω τους, χείμαρροι να χύνονται, και να κατεβαίνουν από τους γοφούς ως τα τακούνια.
Τότε στο δρόμο ζωγραφίζονταν ένα γυναικείο μπαλέτο, που δεν βάδιζε, αλλά αέρινα γλιστρούσε, με φόντο τους υψηλούς πέτρινους των σπιτιών τοίχους και τις θολωτές ωσάν φαλλούς σε σχήμα εισόδου πόρτες, αποδέλοιπο μιας αρχιτεκτονικής τούρκικης νοοτροπίας.
Κι όλο αυτό έπαιζε και ολοκληρωνότανε εξαιτίας του χώρου και του χρόνου, σε σχέση με την απόσταση και την κίνηση. ( Εδώ μπαίνει ο Αϊνστάιν).
Ώστε, τραβηγμένος πίσω από το κάδρο του ανοίγματος του παραθύρου στο σπίτι μου, νόμιζα ότι παρακολουθώ, μια βουβή ταινία του μεσοπολέμου. Το κάδρο λειτουργούσε σε φραγή του χώρου. Και άμα πλησίαζα και ήμουν πια μέσα και κάτω από το τελάρο του παραθύρου, τότε ξετυλίγονταν εμπρός μου, μια απλωσιά με την απεραντοσύνη μιας λήψης ή φωτογραφίας από την κινηματογραφική ταινία « ΟΥΡΑΝΟΣ »του Τάκη Κανελλόπουλου ή το « ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΑ ΚΥΘΗΡΑ »του Άγγελου Αγγελόπουλου.
Βαριοχιονισμένα Χριστούγεννα, σήμαιναν μάντρωμα στα σπίτια και ξάπλα στις κάμαρες – οντάδες, που τα αναμμένα ολημερίς τζάκια, προς το απομεσήμερο κατάφερναν να τα ζεστάνουν, με τα καυσόξυλα της οξιάς να σκορπίζουν απλόχερα και σπάταλα τις μεγάλες δυνατές και φωτεινές φλόγες, δημιουργώντας απόκοσμες σκιές στο μισόφεγγο του βραδινού, τότε έπαιρνε άλλη όψη το τριγύρω περιβάλλον.
Ήτανε σαν να ταξίδευες σε άλλους χώρους κόσμων , γλαρωμένος από δυο μαστραπάδες μπρούσικο κόκκινο κρασί , σταγμένο από το αμπέλι , του Τζιότζου Σερεμέτα, στην περιοχή της Κολογριάς , μέσα σε μια κάμαρα σκεπασμένη από θρύλους, εκατό χρόνων και πλέον.
Αρώματα κουζίνας, από τα μαγέρικα στην Κεντρική οδό , που την πόλη διέσχιζε, μοιράζοντας αυτή στα δύο , ανάμικτα από καπνούς καυσόξυλων , έρποταν ίσαμε το ανθρώπινο μπόι. Όση και η ανθρώπινη ευτυχία κατά τον Κομφούκιο τον Ασιάτη.
Εκεί μένανε να ερεθίζουνε μύτη και οισοφάγο, προκαλώντας άφθονα σάλια. Πρόθυμα θα δοκιμάζανε οι περαστικοί, ριγανάτο από ζυγούρι στην ταβέρνα του Κώστα Ματζίρη ή τηγανισμένους κεφτέδες, με γράμματα κολλημένα σ’ αυτούς, από τον Κάμινα. Γιατί ο Κώστας ο Κάμινας αλεύρωνε κεφτέδες , πάνω στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας Μακεδονία. Έτσι, μετά τον δέκατο κεφτέ, υγραίνονταν αλεύρι και εφημερίδα και πάνω τους κολλούσε ολόκληρη η Ελληνική Αλφάβητο.
Ο Δήμος ο Ζνύχας, παραγιός και βοηθός του Λύχνα στην ταβέρνα του, τακτικά ετιμωρείτο με ορθοστασία, στον τοίχο, δίπλα στα υπαίθρια τραπέζια, προς τέρψιν των θαμώνων, επειδή δύο οκάδες ραβανί Χοχλιούρου και δύο οκάδες λουκουμάδες Μητρέγκα ήτανε για πρόφταση. Έτσι αν και πολύ νέος στην ηλικία, η κοιλιά του με τέτοιο γέμισμα κρεμούσε, κι’ ακουμπούσε στα γόνατά του.
Γνωστά και τα 4 – 5 φαρμακεία της Βέροιας. Άνοιγες την πόρτα για να περάσεις μέσα στο εσωτερικό τους και φάτσα απέναντι ξεχώριζες στον τοίχο κρεμασμένη μια φωτογραφία – σκίτσο, με τον φαρμακοποιό να κρατά με το ένα χέρι αγκαλιά ένα γουδί και στο άλλο ένα γουδοχέρι, και να κοπανά, ετοιμάζοντας την « Ρετσέτα » του Γιατρού, τη συνταγή δηλαδή και δίπλα ένα μπουκαλάκι που έγραφε πάνω του τη λέξη
« Λάβδανον ». Μια πανάκεια και λύση για όλα.
Κουρεία με καλοακονισμένα ψαλίδια και ξυράφια και στα ράφια τριγύρω γυάλινα βάζα με βδέλλες, πεινασμένες , έτοιμες να κολλήσουν στον σβέρκο , σαν φάρμακα για την πίεση.
Μοναδικός προμηθευτής της βδέλλας, ήταν ο μωαμεθανός , ραχιτικός στο σώμα, Αμπντής, ο μετέπειτα βαπτισθείς Ορθόδοξος Χριστιανός που έλαβε το όνομα Αντώνης , και κουμπάρος μου, επειδή βάφτισα μια κόρη του, με το όνομα Φωτεινή.
Σ’ αυτά το ποτάμια του « πίσω »μαζί με την αντιστροφή του βέλους του χρόνου να βυθίζεται στο παρελθόν μου, είναι πια σίγουρα κοντά, το απειροελάχιστα μικρό.
Τα πηγαία νερά, οι μεγάλοι πηγαίοι κρουνοί, που κάποτε πλημμύριζαν τις Σαραντόβρυσες , τώρα στέρεψαν, δεν έχει μείνει τίποτα….
Λοιπόν εκτός από την επιμονή σε σωστή αναλογία στο κρασί της ζωής, με το ποτήρι γεμάτο μέχρι απάνω, ξέχειλα, να είναι όμως ανάμικτο , μισό από την γήινη ύπαρξη μου, όσο κρατήσει αυτή και το άλλο μισό από την ανυπαρξία, τον αιώνιο αφανισμό. Και το πιο σπουδαίο και σημαντικό : να προλάβεις να φωνάξεις , άσπρο πάτο, ήρεμα , αγνά, χωρίς ψευδαισθήσεις μεταφυσικές, κροτίδες και βεγγαλικά……
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα « Βέροια » στις 16 Δεκεμβρίου 2009
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου