Πίσω από τις αράχνες


Ήταν πάντοτε, η είσοδος στην πόλη μου, στη Βέροια , εύκολη από κάθε πλευρά της. Δρόμοι χωμάτινοι απλοί, για πεζούς και κάρα ή στρωμένοι με πέτρα, κροκάλα ποταμίσια, το περίφημο καλντερίμι, σ’ οδηγούσανε στο κέντρο της.  Στενά σοκάκια, λαβύρινθοι ίσως, αλλά βατά και γρήγορα.. Σε δεχότανε καλοσυνάτα, με τις όσες μύριες μυρωδιές της, από πετσί κα δέρμα, λάδια από σουσάμια , ταμπάκο και μπαχαρικά, αλλά και πολύ καβαλίνα.
Όλη η καβαλίνα ανάμεικτη από Αγελάδες- Άλογα –Κατσίκες έκαναν μια ειδική σύνθεση οσμής , ένα σύνθετο τελικά θυμίαμα, που υψωνόταν κατακόρυφα στον ουρανό, αφού πρώτα κάλυπτε την πόλη, ωσάν θυσία στον Κύριο , για την αφθονία και τον πλούτο των αγαθών της γης, που απλόχερα χάριζε καρπίζοντας αυτή. Ήταν μια λιγωμένη θηλυκιά ύπαρξη, με μόσχους μυρωδιάς από βρεγμένο χώμα, στους κόρφους και στα λαγανά της.   Ήταν μια Άγια πόλη.
Τα κελαρυστά  τρεχούμενα νερά , και τα διάφανα αυτά του Τριπόταμου που βιαστικός διέσχιζε κάθετα την πόλη, άφηναν να αιωρούνται σταγονίδια δροσιάς το πρωί, και όλο αυτό το δρολάπι, αχνιστά κυλιότανε πάνω της, πότε φιδοσερνάμενο χαμηλά,  ίσανε στο χώμα και πότε ορμούσε  στα ψηλά, κοντά στους προεξέχοντες οντάδες και σαχνισιές. Εκεί συναντούσε τα κόκκινα πρωινά βέλη του ήλιου, που έβαφε τον ουρανό χρυσαφί, και οι σκιές της νύχτας τραβιόντουσαν.
Τα πρώτα τιτιβίσματα των σπουργιτιών ζάλιζαν, ανακατεύοντας τον σαν κρύσταλλο καθαρό αέρα, και ξαφνικά σιωπούσαν όταν ο ουρανός γινότανε καταγάλανος, και τα δένδρα από γκρίζα πράσινα.
Κοπάδι από κατσίκες, στην αρχή λίγες, πλήθαιναν, φτάνοντας στην έξοδο της πόλης, με τον τσομπάνο να τις οδηγεί στα ψηλώματα του Λιανοβρόχι ή πάνω από αυτό. Άφθονες αγριογκορτζιές και χαμηλό πουρνάρι, ήταν η τροφή του κοπαδιού.
Μικρά βαθιά ή αβαθή φαράγγια χαρακτήριζαν  αυτή την έρημη και μοναχική περιοχή, με το μικρό γραφικό ποταμάκι, το Λιανοβρόχι, να φιδοστρέφεται , να σπάει σε γωνιές και να ισιώνει μετά, μέχρι να ενωθεί με τον Βεροιώτικο βασιλικό ποταμό, τον Τριπόταμο.
Πριν όμως, την κοίτη του , πλαισίωναν αριστερά και δεξιά , μικροί ροζιασμένοι , στραβοί από τους ανέμους κέδροι. Γαντζωμένοι πάνω στα γδαρμένα χείλη της κοίτης, κρατούσαν ακόμη , τα όσα μπορούσαν με τις αδύναμες ρίζες τους, χώματα και πέτρες, ενώ η βάση του γκρεμού , δίπλα στο αχνιστό νερό που κυλούσε , άλλοτε αργά και νωχελικά άλλοτε βιαστικά και φουριόζικα, ανάλογα με την κατωφέρεια του εδάφους, με σκέρτσα, τσακίσματα και γουργουρητά , σαν νέα γυναίκα, ήταν γεμάτη από τα ίδια της τα ερείπια.
Βράχια και χαλίκια.
Εκεί που γώνιαζε η κοίτη του , οι υδρατμοί πιέζονταν, σταματούσαν και να πετούν και να χαϊδεύουν  την επιφάνεια του νερού, τότε υψώνονταν και ανυψώνονταν , και το μικρό συννεφάκι τους γινότανε μια μικρή όμορφη αφάνα, και όπως ο ήλιος τη χρύσωνε, μικρά εναλλασσόμενα ουράνια καμπυλωτά τόξα, με κομμένες τις απολήξεις τους, και δεκάδες μικρούς  χαριτωμένους,  ιριδισμούς , διαδέχονταν το ένα το άλλο , με συνέπεια και αλληλουχία και συνέχεια, σαν την παγκόσμια σταθερά στους Γαλαξίες, που έχει ορίσει, να είναι το πρωτόνιο 1830 φορές βαρύτερο από το ηλεκτρόνιο.
Στην πόλη κάθε ανθρώπινη παρουσία η ενέργεια δημιουργεί ηχώ. Το πέταλο ενός αλόγου όταν σφυρηλατείται στο αμόνι, κόκκινο από τη φωτιά στο καμίνι, ο χτύπος από το σφυρί που ανεβοκατεβαίνει  ακούγεται πάντα κουφοδυνατός , και σε κάθε χτύπημα αλλοιωμένος , λόγω της κλήσης που δίνεται στο μέταλλο – πέταλο , από τον σιδερά πεταλωτή.]
Ο καπνός από καμένα ξύλα , άπλωνε την μυρωδιά , χαμηλά στους δρόμους πρώτα, ψήλωνε έφθανε  εκεί στα καφασωτά, που τα στήριζαν, ξύλινοι δοκοί , κρεμασμένοι πάνω από τους δρόμους, και θύμιζαν στο γυναικομάνι πίσω στο μαγειρειό, ότι ο φούρνος της γειτονιάς άναψε και ότι έπρεπε να ετοιμαστεί ο Βεροιώτικος  νταβάς. Πότε φασολάδες, πότε ψάρια τούρνες με καρύδια,  πότε μελιτζάνες ιμάμ, πότε τουρλού με λαχανικά  ή τον ονομαστό και νόστιμο χασάπ- νταβά.  Πρόθυμος ο φούρναρης, θα δεχότανε το σινί, μεγάλο ταψί, όταν επρόκειτο για πίτα,  ή το πήλινο δοχείο με το περιεχόμενό του , τον κοινώς λεγόμενο νταβά.
Στην γειτονιά μου , εκεί στο δρόμο  Εθνικής Τραπέζης τότε, ήταν ο φούρνος του Μπάρμπα Νάκου.  Γιάννης Σίμος έγραφε η καπνισμένη πινακίδα πάνω από την πόρτα. Μοναδικός και περίεργος ο ίδιος, είχε τα χούγια του , όπως π.χ. επί σαράντα μέρες μετά την Ανάσταση , δεν έλεγε καλημέρα ή άλλον χαιρετισμό, παρά το Χριστός Ανέστη, η ανταπαντούσε με το Αληθώς Ανέστη.



Στραμμένος στο άνοιγμα του φούρνου , μπορούσε με την πλάτη στο δρόμο να χαιρετά και να πειράζει λεκτικά τους περαστικούς του δρόμου , γνωρίζοντας αυτούς από τον βηματισμό τους μόνο ακόμη , τα φορτωμένα με κοφίνια- λαχανικά άλογα, όπως ερχότανε από τους λαχανόκηπους, γνωρίζοντας τους ήχους από τα πέταλά τους, να χαιρετά τους  συνοδούς τους παραγωγούς.
Παραγωγικός και ο ίδιος, είχε πολυμελή οικογένεια. Πολλά παιδιά, πέντε ή έξη, δεν θυμάμαι ακριβώς . Και εδώ είναι που οι μακαντάσηδες Βεροιωτάδες, όταν άφηναν το σκεύος  ή το τσουκάλι , τον νταβά που λέμε, του έδιναν οδηγίες, ώστε το φαγητό να μην έχει γεύση από «νέρες» (νερό).
Φεύγοντας, έξω από τον φούρνο, σκύβοντας κάτω από τα ανοιχτά «κεμπέγγια» του, του φώναζαν, τάχα συνωμοτικά, αλλά αρκετά δυνατά .
« Νάκο, βάλτου μέσα… κι άστον να στραγγίσει » εννοώντας τον νταβά ; Μάλλον. Ένα « Ξεπατώσου βερανέ » ήταν η απάντηση.
          Ύστερα από 65  περίπου χρόνια τι μπορώ να πω…. Να είναι αγιασμένα τα κοκαλάκια του , όπου και αν είναι, στη μάνα γης ριζωμένα….
Οι αφέντρες κυράδες της Βέροιας, με τις ολόσωμες φορεσιές τους, με το μεταξένιο  φακιόλι και το άσπρο ή έγχρωμο μαντήλι στο λαιμό, ξεχώριζαν για την αρχοντιά και την περηφάνια του δέντρου της οικογένειας, ενώ οι κοπέλες με την λάμψη στα μάτια της όμορφης νιότης, είχαν την σπιτίσια εκείνη χάρη που έχουν τα κορίτσια, που γνωρίζουν κοπτική ραπτική, μαγειρική, νοικοκυριό σπιτιού, ερωτεύονται όμως τον Γκρέγκορυ Πεκ ή τον Τάουρον Πάουερ, αλλά παντρεύονται τον Βεροιώτη Γρηγόρη ή τον Μετσιώτη Θανάση.
          Ήταν και αυτή μια κάποια εποχή, παλιά που την έζησα έντονα, άμεσα ,  παθιασμένα…που  τώρα μόλις θυμάμαι και περιμένω…
Γιατί η αναμονή είναι πάντα σκληρή, σχεδόν χειρότερη από το τέλος της αναμονής….

Δημοσιεύθηκε στην « Βέροια » της Τετάρτης 2 Δεκεμβρίου 2009.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου