Γυμνά χρόνια...

          Τα τέσσερα περίπου χρόνια που βιώσαμε αμέσως μετά τον Αλβανικό πόλεμο και κάτω από την πίεση της γερμανικής στρατιωτικής μηχανής, ήσαν δύσκολα με καθημερινά, πολλάκις ανυπέρβλητα εμπόδια επιβίωσης και προσωπικής ταπείνωσης. Η θύελλα της καταστροφής που ενέσκηψε, μας  κάλυψε και μέσα από τα ταραγμένα της πάθη, ωσάν άσχημα χνώτα, μας άφηνε να νιώθουμε, ότι ήμασταν πια , φτηνά θρύμματα άχυρου, έρμαια από την συναίσθηση της ανημποριάς στη ελπίδα.  Να σιγοχάνεσαι και να φτουράς σαν κολώνα πάγου, δίπλα σε φουντωμένη φλόγα. Να αποζητάς όλη την ανάσα σου, κι αυτή μισή και σφυριχτή, σαν γόος, να μπαίνει στα στήθια σου. Βλέπεις ήσαν άλυτα, σφιχτά τα πλοκάμια της κατοχής.
          Πολλά γεγονότα μεγάλα ή μικρά συνθέτουν τα χρόνια εκείνα, που πάντα είχανε κόστος καταστροφής ή απώλεια ζωής και είναι δυνατόν εύκολα να ιστορηθούν. Ένα μόνο μένει αδύνατον να μεταφερθεί μα ακρίβεια και αληθινά.  Το άρωμα της εποχής. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, με την άχνα των τότε ανθρώπων, που τη συνθέσανε, να είναι στην ουσία ανεπανάληπτη και μοναδική. Και έτσι μένουν οι στιγμές εκείνες, με τις γεύσεις τους, αδοκίμαστες από τους επόμενους, και να τις παίρνουν οι άνεμοι του χρόνου…
          Η νίκη και οι νικητές . Η υποδούλωση… Οι σκληροί γερμανοί με τα μάτια που πέρνανε το χρώμα του σχιστόλιθου. Πέτρινα . Οι στερήσεις και η πείνα. Οι εποχές του χρόνου. Τα καλοκαίρια και οι χειμώνες και η εναλλαγή τους πάντα απαράβατη και καθιερωμένη, στην ώρα της, ακριβώς σαν την Ανατολή και τη Δύση του ήλιου… Αρχίσαμε να πεζοπορούμε, να ζητούμε τη λύση της πείνας έξω, στα σταροχώραφα των κοντινών χωριών, και μέχρι του βάλτου την περιοχή ακόμη, που μετά τον θερισμό τους, όλο και κάτι έμεινε από στάχυ κοντοκομμένο ή σπασμένο από το ξερό καλάμι του.
          Δυο μικρά αγόρια, εγώ και ο αδελφός μου, γεμίζαμε το τσουβάλι που έσερνε η μάνα μας. Όταν γέμιζε το χτυπούσαμε με ξύλινο ραβδί, το θρυμματίζαμε, και προς το απόγευμα το λιχνίζαμε και ξέχωρα από τα άγανα, το στάρι, η θρυλική « μεντάνα » θησαυρός στα πόδια μας λόφιζε…
          Συχνά μας προλάβανε η νύχτα και ο ουρανός  άδειος, ξεπετούσε ένα- ένα τα αστέρια του, που τρεμόφεγγα μας  γελούσαν και ξεχνούσαμε, μετρώντας τα, την πείνα…
         
Άλλοτε πάλι, ξαφνικά, μας πλάκωναν βαριά καλοκαιρινά σύννεφα, σκοτείνιαζε, η γη με τον ορίζοντα ίσιωναν, γίνονταν ένα. Ζητούσαμε προστασία σε μικρά κανάλια, στα πλαϊνά τους;, σκεπασμένοι με τσουβάλια χαράρια. Τρείς ένα κουβάρι…  Από πάνω μας,  κι ολόγυρα, οι βροντές και οι αστραπές κυριαρχούσαν  και γέμιζαν με χρυσαφένιες καδένες, με ατελείωτες μακρινές ουρές, λάμψεις φονικές που ακουμπούσανε σε λοφάκια και βυθιζόντουσαν στο χώμα, μια έντονη βρώμα μυρωδιάς από θειάφι και πυρωμένο σιδερομαντέμι. Αδιάφορα μακροπόδαρα, ένας λαός μυρμήγκια, έτρεχαν παλαβά εδώ και εκεί, γύρω από μεγάλες μυρμηγκοφωλιές, ακούραστοι διακονιάρηδες. Σηκώνανε τις διπλές κεραίες τους , μυρίζανε τις παλάμες μας, και γρήγορα στρέφονταν πίσω…
      Ξεθαρρεύαμε, ψάχνοντας πιο μακριά, ατρύγητα από σταχομαζώχτρες,
σταροχώραφα , μέχρι τα κτήματα του Μπονάνου.  Περαστικοί βόϊδοαραμπάδες, βαρείς , αργοκίνητοι , μας βοηθούσαν στην μεταφορά του φόρτου και στην μετακίνησή μας.  Η θωριά του ξωμάχου αγρότη , ξέκοβε καθαρή, καταμεσής του αγρού του , στεγνή , μοναστική, δουλεμένη, από το λιοπύρι, τον λίβα, και το άγανο, στην ώρα του θερισμού και της συγκομιδής. Με τα μακρυκέρατα καματερά του, δίπλα στο μικροκάναλο, με τις ανοιχτές γκιόλες, να αναμασούν αργά, κάπως αιώνια στημένα, το βοσκημένο  τρυφερό κοντό ψαθόχορτο, που νεοβλάστιζε ανάμεσα στις θεριεμένες ξηροκαλαμιές.  Λεύκες και Καραγάτσια σε πυκνή γραμμή, μοίραζαν δροσιά, άλλαζαν της ζέστης τα χρώματα, κι η Ανατιναγμένη, με χοντρά δοκάρια –σανίδες  ζεμένη, ένωνε πάλι τον κομμένο χωματόδρομο προς την Κρύα Βρύση. Φλαμουριές και ιτιές μακρόκλαδες, γυρτές, βαρυμύρωναν τον αέρα, και στα ψηλά κλαδιά τους , τα φύλλα τρεμόπαιζαν, φλοίσβιζαν και σίμωναν κοντά σε πρωινή, ακύμαντη θάλασσα μ’ ακρογιαλιές…  Καταπράσινα ψηλόκορμα γκαγκάνια, με τα μοβ  ολάνοιχτα , αγκινάρες, λουλούδια, τον πλημμύριζαν το ανάχωμα του ήρεμου Καρά  Ασμάκ ( Λουδία).
         Έτσι ένας μοβ, βελούδινος κατιφές, άπλωνε την πραότητα του, μ’ όλη την χαρακτηριστική τρυφεράδα και υποταγή γερμένων λουλουδιών προς την αναμονή της ανατολής του ήλιου… Ένας μακρινός επίμονος Γκιώνης, βεγγέρα στη νύχτα, φώναζε. Κι η φωνή του βραχνή, μόνη και παρήγορη, μέσα στο σκοτεινό σύνορο έμοιαζε να ακούγεται δυο φορές με την αντήχηση, και  ήταν  πράγματι, μια  διπλή έκκληση, μια επίκληση ικεσίας,
 « στην άμμο του χρόνου» την κλεψύδρα, για τη νύχτα που αραίωνε…



          Η ψυχή και η διάθεση άλλαζαν, κι εφορία μπόλι στο αίμα, άφηνε το πρωινό αγέρι να κολπώνει το πανί… και να μικραίνει την πείνα    μαζί με
τα λίγα ακόμη στάχυα που ρίχναμε στο σακί… Σ’ αυτές τις άγιες πρωινές βαλτίσιες  ώρες, η ατμόσφαιρα έμενε, έντονα διαυγής, τόσο που η ίδια χανόταν μαζί με την απόσταση, κι έμενε μόνον ένας όμορφα σιωπηλός χώρος με τους λάλους ερωτύλους φρύνους, να σιωπούν και οι κούφιοι κρότοι, από τους ασυνεχείς πίδακες των γύρω Αρτεσιανών να θυμίζουν μακρινά άφωτα βεγγαλικά…
          Οι χειμώνες στα χρόνια της κατοχής, έρχονταν νωρίς, φθινοπωριάτικα. Παράξενοι,  ανυπόμονοι, με βαθιά σύννεφα να τους ακολουθούν, από δικούς τους, γνώριμους δρόμους, κοφτά μονοπάτια, βολικά ούρια τρελομελτέμια πελαγίσια, για να είναι πάντα στη ώρα τους, με τους βρυχηθμούς, τα μπουμπουνητά και τα βροντοκυλίσματα… Οι  αστραπές, κνούτο με φωτεινές απολήξεις, βίτσιζαν βίαια τον αιθέρα με απανωτές καμτσικιές, ώσπου εκατομμύρια στατικά Volt, ελευθερώνονταν σπάταλα, και αστρικές φωτοχύσεις, κάνανε τον ουρανό να φωτοτρέμει. Ο ορίζοντας , ρευστός,  αβέβαιος να χορεύει  εμπρός και να χάνεται. Η καταιγίδα εμφανιζόταν αρχικά με αραιές χοντρές στάλες, μετά η νεροποντή έριχνε το βρόχινο νερό δαρτό, σαν να ήθελε να πνίξει τον κόσμο… Ένα πρωτοφανές κρουνέλιασμα παγωμένου νερού, μέχρι που τα χαμηλά σύννεφα άδειαζαν… Μετά όλα ησύχαζαν, γαληνεύανε και μόνο τα στερνά λειψοσουρωμένα απόνερα από τις αστρέχες, πλατάγιζαν στο χώμα, με μεγάλες φουσκάλες.
          Τα πρώτα παγωμένα ρίγη ανέμων, έφεραν τα αναμμένα ξυλοκάρβουνα στα μαγκάλια, να κοκκινίσουν τους γυμνούς μηρούς, προσπαθώντας να τους ζεστάνουν. Μια κρεμαστή πάνινη  σχολική τσάντα, με ένα δύο,  σχολικά βιβλία και τετράδια, ένα μολύβι FABER No 4, μοιρασμένο στη μέση , με τον συνομήλικο αδελφό μου, και γραμμή μεσημέρι για το σχολείο. Στο 6ο Δημ. Σχολείο.
          Εκεί μεγαλώναμε μετρώντας την πείνα σε ημέρες και περιμέναμε την άλλη μέρα, τη γιορτινή, όπως μας την υποσχότανε ο Δεκέμβριος με τα Χριστούγεννα. Απαλές βροχές, πούσια σκοτεινά, ξεσηκωμένα Τριποταμίσια δρολάπια, τα νερένια χάδια της Βέροιας, με τα μακρολαίμικα  αγριονησάρια φωνακλάδικα να πετούν από το βοριά, χαμηλά  για τα νερά του Βάλτου. Το χιόνι ολονυχτίς δούλευε , ώστε ξημερώνοντας να κάμει την έκπληξη σε μας και στον μουρτζούφλη ήλιο…Η ημέρα φάνηκε, ανασύστηκε και ξύπνησε παγωμένη… Ομορφιά απλωμένη στο χώμα, στις σκέπες, στα φυτά , στα δένδρα.


Σ’ αυτό το πάλλευκο πρωινό τοπίο, το απάτητο, οι πρώτοι γερμανοί στρατιώτες, τα λίγα άλογα με τα κοφίνια τους ζερβόδεξα στεριωμένα, μερικές κατσίκες, κατάφερναν με τα χνώτα τους, δυο μακρινές στήλες διακοπτόμενης ανάσας, να δίνουν το χρώμα της κίνησης και της ζωής… Αυτό το ίδιο πρωινό, κρύο ξύπνημα, μεταφερότανε και στα στενά δρομάκια της Αγοράς, μετά εμπορικά, να ανοίγουν, για να καλύψουν τις βασικές ανάγκες ζωής, και τα κάθε είδους εργαστήρια να ανεβάζουν τα ξύλινα κεπέγκια  μαύρα και παιδεμένα.
          Εκεί στα μπακιρτζίδικα, οι πρωινές πατημασιές στο χιόνι, του δίδυμου, πατέρα και γιου, Μάστρο -Νίκου Καλαϊτζή, και οι μεγάλες πατούσες, «ίχνη Ιμαλάϊων» του Μιχάλη  Γάπα, δείχνανε το από ώρας «γιατάκιασμα» στις δουλειές τους. Δέσποζε στον αέρα η έντονη μυρωδιά καπνού από τα αναμμένα καμίνια, με τα ποδοκίνητα φυσερά, πέτσινες φυσούνες να τρίζουν, αλάδωτοι μεντεσέδες  πόρτας, σε κάθε προσπάθεια αναζωπύρωσης της φλόγας, όπως και κρότοι, στην ώρα της δουλειάς από χτυπήματα σφυριού ή ξύλινης ματσόλας.  Τα μπακιρένια φύλλα , στηριγμένα σε στρογγυλά πλατειά, μικρά σα γροθιά, αμόνια διόρθωναν ή μετασχηματίζονταν , με την βοήθεια της φωτιάς, σε άλλα χάλκινα χρήσιμα μιας νοικοκυράς εργαλεία. Αυτός ο μπακιρένιος θόρυβος, αυτή η μπακιρένια βουή  και τριβή, ασυντόνιστη και ανάκατη, συμποσούμενη, ήτο   τελικά ένας  χαλκόστομος  παιχνιδιάρης σαματάς, μιας  μεσαιωνικής
« Βενετσιάνικης»   καθημερινότητας, στη  Βυζαντινούπολη μέχρι τότε Βέροια. Μετά η αμμοτριβή, δηλ. η σημερινή σύγχρονη αμμοβολή, για την απάλειψη  και υποψίας γάνας από το σκεύος, επέτρεπε το τέλειο  κασσιτέρωμα με το επιτυχημένο γάνωμα.
          Εκεί στα γανωματζίδικα  « ψάρεψα » μια μεγάλη άδεια γερμανική κονσέρβα. Μεταλλικό σκεύος γερό, το βρήκα κατάλληλο για μεταφορά φαγητού. Στα πλάγια της έγραφε :  Gekochte Kalb Fleischer, mitt grocken Bohme, für drill Landseer ( βρασμένο κρέας μοσχάρι, με ξερά φασόλια, για τρεις στρατιώτες - των πρόσω) . Κρεμασμένη από τον ώμο μου, με σχοινί  προκαλούσε την συμπάθεια των γερμανών μαγείρων, διότι  :  ich war rein unbedaunten dew Lebens Kempner für See  ( ήμουν ένας ασήμαντος μαχητής της ζωής για αυτούς).
          Χρόνια δύσβατα, με στερήσεις και δυσκολίες, με τους «ταξιδευτές» και «φυγάδες» της πείνας, να γεμίζουν τους δρόμους, μακριές θεωρίες ανθρώπων, ξένοι μέσα σε ξένους. Ατέλειωτη σειρά, από ανθρώπινες πονεμένες ψυχές, ένα κυμάτισμα χρωμάτων, με πιλαλητό για τον επόμενο προορισμό, που αλλοίμονο  ήτο μακριά  χρονικά.


Ο   ελληνικός λαός θα τεντώσει τη  χορδή από το τόξο της μοίρας του, θα αντισταθεί, και θα ξεκουκίσει  πολλές ώρες σκλαβωμένης αγωνίας ακόμη, ώσπου το μέταλλο θα λυγίσει, τελικά θα σπάσει, για να ακουστεί το Αναστάσιμο εωθινό του…
          Μένει πολύχρονη νέα, σαν τον ήλιο και σαν τα μικρά παιδιά. Οι καρδιές των δύο αδελφών την διατηρούν ασυμβίβαστα…Έχουν περάσει εβδομήντα χρόνια από  τότε. Με το ειλητάρι του παρελθόντος, ανάγνωσμα καθαρό, ξετυλίγονται εικόνες, λες και ο χρόνος έχει κλαπεί, και μένει αργός, αποτυπωμένος  σε φωτογραφία… Είναι οι στιγμές του χρόνου πάνω σε πρόσωπα και ο καιρός του χρόνου, με κατανόηση μένει ακίνητος. Τα νερά του ποταμού του Ηρακλείτου σταματημένα, τα πατάς. Ανύπαρκτη  η  ροή…
          Τώρα το χνάρι της, αποτύπωμα αέρινο , ονείρου σκιά, ταξιδεύει από χρόνια, υψηλά στον Ουρανό. Αχνόφεγγη η σιλουέτα της, στημένη όρθια σε κάποιο πεζούλι ξερολιθιάς, προσωρινό αποκούμπι, στο αιώνιο ταξίδι της  για το Θεό, η  Αρχόντισσα  Μάνα Κατίνα  Καλογήρου αποκορμίζει τα χέρια της , τα σηκώνει στο ύψος του μετώπου της ,και βοηθά το βλέμμα της , να πλαγιάσει και να καταλαγιάσει στα μακριά κι ανθρώπινα… Στους δικούς της στα παιδιά της, στις αγάπες της, που τώρα έχουν αυγατίσει, μέχρι και στα δισέγγονά της…Είναι τα ρουμάνια από γαύρους και οξιές , που φυλλώνουν…Σε κάτι ακόμη προσβλέπω. Να φορεί τα λεπτά κομψά γυαλάκια της, για να μπορεί και τώρα, να ξεχωρίζει όρθια, πίσω από τα κουρτινάκια της κουζίνας της  τα δυο πεντάχρονα αγόρια, αδέλφια πεινασμένα και να τα καλεί με αγάπη μάνας κοντά της, στον βαρύ χειμώνα της κατοχής του  1942… Είχε δε ακόμη άλλα τέσσερα αγόρια, τα παιδιά της… Ήτο η προσφορά της αγάπης, που πήγαζε από μέσα της, όταν μετουσίωνε την ύλη, σε λάμψη της ανθρώπινης αξίας και καλοσύνης…Στο πεζούλι της ξερολιθιάς η θωριά της γερμένη, μέσα από τις νυχτερινές καταλαμπές του Σείριου, την χειροκροτούν , οι δικές μας αναπολήσεις, στερνά  μελιχρά φέγγη και η σιγή του ουρανού…
1.   Μεντάνα  :    Ποικιλία σίτου
2.   Χαράρια   :     Μεγάλα  σακιά
3.   Ανατιναγμένη  :   Γέφυρα του Λουδία κατεστραμμένη τότε.
4.   Γκαγκάνια :   Γαϊδουράγκαθα
5   Ξεκουκίζω  :   Καθαρίζω κουκιά στο Πλωμάρι Μυτιλήνης.
                                                               
    Δημοσιεύθηκε  στην Εφημ.   ‘’  Βέροια  ‘’ Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου