Η κυρία Μαρία, ξεριζωμένη Πόντια, δύο φορές ένοιωσε την προσφυγιά. Η δεύτερη ήτο το 1940, διωγμένη από τους Βουλγάρους απο τα χωριά της Δράμας. Μεγαλογυναίκα γερασμένη, ρίζωσε στη Βέροια, έγινε εργάτρια γης, ξενοδούλευε σκυμμένη στο χώμα. Θεοφοβούμενη και κοντά στα εξήντα της, θέλησε να κάμει το τάμα τη, να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους, στην Ιερουσαλήμ.
Έτσι λοιπόν, αφού πήγε και γύρισε, και έκαμε το Χατζηλίκη της, πήρε το προσωνύμιο Χατζής – Χατζάβα Μαρία. Ως τα βαθιά γεράματα, μέχρι που το καντήλι της σώθηκε, εκεί στην Κομνηνών της Καλλιθέας έμενε, σ’ ένα χαμηλό ισόγειο σπιτάκι, με ασβεστωμένους τοίχους, που το φως του ήλιου δεν μπορούσε να ξεκολλήσει απ’ αυτούς ολημερίς.
Εργατική, από το ξημέρωμα σάλευε στην αυλή της, όταν ακόμη ο Αυγερινός αγρυπνούσε και μέσα στην άγια πρωινή γαλήνη, γονατιστή «εκ νυκτός όθριζε τον Θεόν».
Με τις πρώτες σιταρήθρες να κορφοπετούν, έστηνε τοιχάκια, μικρά ξερουντούβαρα, τα ύψωνε, τα στέργιωνε και μάζευε εκεί το λιγοστό κατάστεγνο, σβολιασμένο κοκκινόχωμα, το ξεδιάλεγε από τις μικρές ή μεγάλες πέτρες, κι όταν πάλι το τσαπί της ξαναχτυπούσε, τα νέα στειρολίθαρα σωσμό δεν είχανε…
Μια στεγνή, στενή λιτοδίαιτη γης φάνηκε. Ένα μικρό περιβόλι, κάθε πρωινό, άχνιζε μέσα στην πρωινή αχλή , και μικρές κόκκινες τριανταφυλλιές , όμορφες κυμάτιζαν με τον πλούσιο καρπό τους, τα ηλιοθρεμένα τριαντάφυλλα, να λυγούν τους μακρύς μίσχους τους ανάερα, προς τα κάτω, ενώνοντας τη μυρωδιά τους, με του μενεξέδες και τα συντρόφια τους, τους πανέμορφους πανσέδες, μικρές πράσινες τούφες, με τριγωνικά μεγάλα πέταλα του άνθους, μωβ, κίτρινα, άσπρα χρώματα, στην ίδια βελούδινη πλευρά τους. Οι γλάστρες με τον βασιλικό τριγύρω και οι κατιφέδες με τ΄ αγιόκλημα, κίτρινα ανθάκια μυρωμένα στην εποχή τους. Μοναδικά στολίδια, ατίμητα γιορντάνια με τις μικρές δροσούλες της νύχτας, κολλημένες επάνω τους, ερωτικές στάλες, μοίραζαν απλόχερα τη χάρη της ομορφιάς τους, στο βλέμμα.
Λίγο πιο μακρινά, στην αρχή της οδού Κομνηνών, θρόνιαζε ένα μέρος - τόπος, βαθιά σκιερό, λιτό με θεϊκή ερημιά, με υψηλά πλατάνια και το αγριογιασεμί με τις περικοκλάδες του να στοιχίζει φυσικές πέργκολες, μικρή ερωτική λαγκάδα, πνιγμένη στο άγριο πράσινο με αγριόδεντρα και αγριοπούλια που αναπετάριζαν μέσα στα πυκνά φυλλώματα τους ατελείωτα, ακόμη και τις νύχτες, όταν γάργαρο το φεγγάρι ψηλά ταξίδευε και με ανείπωτη τρυφεράδα τα χρυσοφέγγιζε…
Ένα μέρος του ήταν βαρκό, με το νερό νάχει καταμουλιάσει το χώμα, με φυτρωμένο μπόλικο ψαθί ψηλωμένο και καλαμιές. Όταν διέσχιζα τον καλαμιώνα, τα καλάμια λύγιζαν στο πέρασμά μου και φιλούσαν τα νερά. Στο σκύψιμό τους, σιγαληνά θρόιζαν και μουρμούριζαν. Σκεπτόμουνα σε ποια γλώσσα μιλούν !!! Ήταν τότε η παρθένα έκταση γης, που σήμερα την σκεπάζει η Εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, με τα τσιμέντα της ένα γύρω, και η διπλανή Δημοτική παιδική χαρά, μεγάλη, όμορφη και άνετη. Ευτυχώς… Εκεί μέσα είχαν σμίξει και συμφιλιωθεί όλα αυτά, χρώματα, ήχοι, δένδρα, πουλιά και είχαν συνθέσει στο ακέραιο τον Θεό με την αρμονία του. Εδώ στο κράσπεδο του Θεού, όταν η μέρα κοντόσωνε στο τέλος της , η Χατζάβα Μαρία, εύρισκε σε μια άκρη του, σ’ ένα βραχάκι, το κουράγιο της. Βαριά τα βαθιά γεράματα, όπως βαρύ και ασήκωτο το κουμάρι όταν γέμιζε νερό από την βρύση, με την κουκουνάρα – πώμα να κρέμεται σαν κουδούνι άλαλο, από το λαιμό του.
Τη βαθιά της πίστη στο Θεό και την εκτυφλωτική του λάμψη στην καρδιά της , την φύλαγε και την χάριζε τη στιγμή που θα γροικούσε τον Χάρο να ζυγώνει. Οι συγκινήσεις από τις λέξεις αγάπη, ταπείνωση, χρέος, Θεός, παράδεισος, την συνετάραζαν και με το μικρό γλυκό χαμοχείλη της έδινε την βεβαιότητα, ότι όλα αυτά από χρόνια είχαν σβολιάσει μέσα της βαθιά και ρίζωσαν, μικρά στρουφά κεντίδια , όπως ακριβώς οι φύτρες των σπόρων, που φουσκώνουν απο τη βροχή και ξεμυτίζουν σαν πράσινα λοξολυγισμένα αγκίστρια που ζητούν αρπαχτά να βυζάξουν χώμα και να στεργιώσουν…
Η Χατζάβα Μαρία, κρατώντας πάντα ένα κλωνί βασιλικό, μονομιλούσε όταν αργοβάδιζε. Είχε την συνήθεια αυτή, ώρες μόνη της να μονομαχεί και να αντιπαλεύει, με όσα της φαινόντουσαν παράξενα , έξω από τα καθημερινά της. Πολλές φορές φωναχτά μιλούσε για την καλοσύνη του Θεού, που συγχωρεί τις ανθρώπινες κακίες, για τον κόρφο του Θεού που χωράνε όλοι.
Είχε μεγάλο καημό με μια εικόνα αγίων, που της χαρίσανε σε κάποιο Μοναστήρι, που ήτο ζωγραφισμένη όχι με την συνηθισμένη βυζαντινή αγιογραφία, αλλά που παρουσίαζε αγίους Ροδομάγουλους
Ευλογούσε τον θάνατο και τον περίμενε, χωρίς μεγάλες ψυχικές έγνοιες κι όταν η κουβέντα τόφερνε, το πρόσωπό της το κάλυπτε ένα γλυκό φωτοχαμόγελο σαν να έμπαινε στον παράδεισο…
Τελευταία φορά συναντηθήκαμε, εκεί στο συνηθισμένο της γιατάκι. Στην αυλή της κάτω από την μυρωμένη σκιά που άφηνε το Αγιόκλημα. Ανασηκώθηκε από το σκαμνί της, ξεκύρτωσε τη λυγισμένη μέση της, άνοιξε τα χέρια της, αγκαλιαστήκαμε. Μου έδωσε σκαμνάκι, κάθισα. Η ημέρα ζεστή, ο ήλιος έλαμπε στη δύση του, την κοίταξα. Καθαρή δεν μύριζε ξινίλα ούτε λιβάνι. Αδύνατη μόνο, τα μικρά της μάτια λόξευαν, μαύρες στενές ελιές, μέσα στις ζάρες του προσώπου της. Κι όταν μίλησε η φωνή της, ήταν γεμάτη, παράπονο ενδιαφέρον, ερωτική. Με ρώτησε με τα πιο άγια λόγια: Μέρ’ εχάθες; Της απήντησα στη Γερμανία, εν Μονάχω, χαριτολογώντας. Συννέφιασε, σκέφτηκε και γεμάτη φροντίδα έδωσε τη δική της εξήγηση.
«Στη Γερμανία, ένας και μοναχός».
Από τότε φίλε Αναγνώστη, ο Καιρός έγινε πουλί, και η Αγάπη πλούτισε την ψυχή, κι ας μένει φυλακισμένη μέσα στη σάρκα. Έγινε αστραπή, φώτισε, κι ένας αμόλευτος αέρας, ακατοίκητος θαρρείς, φύσηξε δυνατά και η ζωή φάνηκε μ‘ ανθρώπινη έγνοια. Μέρ’ εχάθες;
Το συναίσθημα της τότε ώρας και στιγμής για μένα κούμπωσε εκεί και δεν ξεκουμπώνει… Γίνεται κόμπος στο λαιμό μπορεί και λυγμός….
Μέρ’ εχάθες; !!!
Κουμάρι : στάμνα, πήλινο λαγήνι.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου