Κρυφά-κρυφά, κάποιο δάκρυ, άρχισε να φαίνεται στις άκρες των ματιών του. Γρήγορα προσπάθησε να το κρύψη. Μου μιλούσε αρκετή ώρα, και εγώ τον άκουγα, προσπαθώντας να καταλάβω, γιατί αυτός ο άνθρωπος, ήθελε μέσα μου να ζωντανέψη το θρησκευτικό μου, συναίσθημα, να με κάνη να σκεφτώ, ότι εκτός από την ανεξικακία και την αγάπη στον πλησίον μας, υπάρχουν και οι παλιές φωνές, η παράδοσις, οι τύποι. Οι τύποι που δεν είναι απλές και άδειες μορφές, αλλά είναι η αναγκαστική εξωτερίκεψης μιας βαθειάς μας συγκίνησις είναι το σώμα της ψυχής μας, η βάσις της ψυχικής μας ουσίας, που δεν θα' χε που να πιαστή και θα χάνουνταν, αν έλειπαν αυτοί. Χωρίσαμε.
Ποσο δίκαιο είχε!!! Τα περασμένα είναι οδηγοί στα τωρινά, και δημιουργούν τα μελλούμενα!!!
Τα περασμένα αντιπροσωπεύουν δ΄ύο χιλιάδες ολόκληρα χρόνια, αφ' 'ότου γεννήθηκε το δικό μας Πιστεύω, πάνω σε μια θαυμάσια ουμανιστική διδασκαλία αγάπης, που ως βάσι της είχε τον άνθρωπο, τον "πλησίον".
Τα τωρινά δύσκολα να τα κρίνωμε, όμως μπορούμε κάτω από το πνεύμα αυτής της έντονης σε ρυθμό εποχής, μπορούμε να παραδεχθούμε, ότι μήτε εξαφάνησις, μήτε αθανασία υπάρχει, αλλά αφανίζεται ο καιρός και τόπος, το πρόβλημα αλλάζει μορφή, φτάνει στην ανώτατη του μορφή που ξεπερνά τον ανθρώπινο λόγο. Οι επόμενες εκατονταετηρίδες θα κρίνουν.
Όμως με βάσι τα σημερινά δεδομένα, τα μελλούμενα, δεν πρόκειται, είναι βέβαιον αυτό, να ακολουθήσουν την συνέχεια των δύο χιλιάδων χρόνων. Κάτι είναι που δεν πάει καλά, και νοσεί αθεράπευτα.
Χάθηκαν ίσως εκείνοι οι Άνθρωποι, οι Φορείς, οι Κήρυκες, οι Πατέρες, οι Απολογηταί, οι Μάρτυρες. Η Εκκλησία βρίσκεται σε κατάσταση μελαγχολίας, αναποφασιστικότητας και οδεύει αργά μεν, προς το παρόν, αλλά σίγουρα προς το χάος και την απομόνωση.
Κάποτε υπήρξαν χρόνοι, που το Ράσο, το ευλογημένο αυτό Ράσο, ανέμιζε σε κάθε ανθρώπινη εκδήλωση, είτε κυμματίζοντας πάνω σε Πύργους και Τείχη, είτε λασπωμένο σερνώτανε δίπλα σε άκληρους αρρώστους, φτωχούς, χήρες, και σκούπιζε τις μύτες και τα μάτια ορφανών παιδιών, που άφηνανπάνω του τα στίγματά τους, κι' όμως μοσχοβολούσε Λιβάνι.
Έτσι λοιπόν, κι' η πόλις μας σ' αυτά τα τελευταία χρόνια, είχε καμάρι της, ένα απλό, άσημο, άγνωστο στους πολλούς ρασοφόρο.
Έναν αγωνιστή, και κήρυκα, όχι μπομποδών εκφράσεων και χειρονομιών κληρικό, με υστερικές κραυγές έντονης θηλυπρέπειας, αλλά σεμνό και με λασπωμένα παπούτσια, που ξέροντας την αποστολή του, δημιούργησε ολόκληρο κτηριακό συγκρότημα, όπου βρίσκουν άσυλο, μόρφωση και τροφή, μικρά άδεια στομαχάκια.
Παιδιά απόκληρα, ορφανά, που η δύνη της ζωής, ίσως να τα καταντούσε ρεμάλια, τρομαγμένα στο βλέμμα του κληρικού αυτού βρίσκανε την αγάπη, κι' ο νους τους ηρέμησε και ημέρεψε και έγινε ένας ήσυχος λύχνος μέσα στο χάος.
Και όμως η κεφαλής της Εκκλησίας εδώ στη Βέροια άμοιψε τον άξιο αυτόν κληρικό, με την απόλυσί του, υπό τ΄ύπον "πιξ - λαξ".
Δεν απομ΄νει τώρα τίποτα άλλο, να γκρεμισθεί κ΄λαθε ι που εδημιούργησε αυτός ο λευίτης, για να μην μείνη πια τίποτα όρθιο, που να θυμίζει το πέρασμά του.
Σκέπτομαι ότι θα πρέπει προσεχώς, στο εγγύς μέλλον να επανέλθω. Αυτό ας το σκεφθούν, οι υποκινηταί της απολύσεως, του άξιου ιεροδιακόνου. Είναι καθήκον της συνειδήσεώς μου και απάιτησις όλου του φτωχού και πεινασμένου κόσμου της πόλεώς μας.
ΜΑΧΗΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΒΕΡΟΙΑΣ, ΕΞΟΡΜΗΣΙΣ
Δευτέρα, 14 Μαρτίου 1966
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου